Ενώ αρκετές ευρωπαϊκές χώρες βρίσκονται σε καλό δρόμο για την επίτευξη του στόχου του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για εξάλειψη της Ηπατίτιδας C, αρκετές άλλες είναι εντελώς εκτός στόχου με τα προβλήματα στον έλεγχο και τη διάγνωση να απειλούν την επιτυχία του εγχειρήματος σε όλη την Ευρώπη.

Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει μελέτη του Κέντρου Για την Ανάλυση Ασθενειών του Ιδρύματος Λαφαγιέτ στις ΗΠΑ που παρουσιάστηκε στο Διεθνές Συνέδριο για το Ήπαρ στο Παρίσι.

«Είναι καλά νέα ότι όλο και περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες είναι σε καλό δρόμο, αλλά όλες συνολικά πρέπει να κάνουν περισσότερα πράγματα για να διατηρήσουν και να βελτιώσουν την πρόοδο που έχει επιτευχθεί», σημείωσε ο Δρ Χομι Ραζαβι, εις εκ των ερευνητών της μελέτης. Και πρόσθεσε ότι «για να υπάρξει η οποιαδήποτε ευκαιρία επίτευξης των στόχων εξάλειψη της ηπατίτιδας C, οι χώρες πρέπει να αναζητήσουν και να διαγνώσουν τα άτομα που έχουν μολυνθεί, πολλά εκ των οποίων ανήκουν σε δύσκολα εντοπίσιμες ομάδες, όπως οι χρήστες ναρκωτικών ουσιών, οι φυλακισμένοι και οι άνδρες που έχουν ερωτικές σχέσεις με άνδρες. Οι έλεγχοι ρουτίνας θα πρέπει να γίνουν κανονικότητα στις φυλακές, στις υπηρεσίες αντιμετώπισης της κατάχρησης ουσιών και στις κλινικές σεξουαλικής υγείας, ενώ θα πρέπει να ενισχυθεί η ευαισθητοποίηση μεταξύ των γιατρών και των επαγγελματιών υγείας. Ακόμα, ένας τουλάχιστον διαγνωστικός έλεγχος θα πρέπει να εφαρμοστεί στον γενικό πληθυσμό ώστε να εντοπιστούν τυχαίες μολύνσεις πριν από την ανάγκη αιματολογικής διάγνωσης».

Το 2016, 194 χώρες υιοθέτησαν τους στόχους εξάλειψης της Ηπατίτιδας C του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας έως και το 2030. Το φιλόδοξο αυτό σχέδιο έχει ως στόχο την κατά 90% μείωση των νέων λοιμώξεων της Ηπατίτιδας Β και C και κατά 65% μείωση των σχετιζόμενων με αυτές τις ηπατίτιδες θανάτους.

Πέρσι κατά την Παγκόσμια Σύνοδο για την Ηπατίτιδα στο Σάο Πάολο μόνο τέσσερις χώρες από την περιοχή της Ευρώπης θεωρήθηκε ότι βρίσκονταν στον σωστό δρόμο για την εξάλειψη της Ηπατίτιδας C έως το 2030: η Ολλανδία, η Γερμανία, η Ισλανδία και η Γεωργία. Νεότερα ωστόσο στοιχεία δείχνουν ότι, η Γαλλία, η Ισπανία και η Ελβετία έχουν επίσης κάνει πρόοδο προς την επίτευξη του στόχου, ενώ η Γερμανία έχει ξεφύγει καθώς πλέον δεν χορηγηθεί θεραπεία στον απαιτούμενο αριθμό νοσούντων, ετησίως.

Για να θεωρηθεί μια χώρα ότι βρίσκεται σε καλό δρόμο προς την εξάλειψη της Ηπατίτιδας C, πρέπει να χορηγηθεί θεραπεία στο 7% ή και περισσότερο των ατόμων που έχουν μολυνθεί, σε ετήσια βάση, και να μην έχει περιορισμού πρόσβασης στη θεραπεία με βάση της σοβαρότητα της νόσου. Το 2017, πολλές χώρες στην Ευρώπη και παγκοσμίως είχαν περιορισμούς στην πρόσβαση στη θεραπεία της Ηπατίτιδας C, δίνοντας προτεραιότητα σε άτομα με προχωρημένου σταδίου ηπατική κίρρωση, αυτούς που κινδύνευαν με κίρρωση ή καρκίνο του ήπατος.

Στα τέλη του 2017, αρκετές χώρες δεσμεύθηκαν για την εκπόνηση προγραμμάτων εξάλειψης της Ηπατίτιδας C πριν το 2030, περιλαμβανομένου του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ιρλανδίας, της Νορβηγίας και της Σουηδίας.

Αναλύοντας ο Δρ Ραζαβι το επιτυχημένο παράδειγμα της Ισπανίας και της Σουηδίας σημείωσε ότι ήταν αποτέλεσμα της άρσης των περιορισμών στην θεραπεία. Ενώ η Ισπανία έχει έναν από τους υψηλότερους αριθμούς μολύνσεων στην Ευρωζώνη (328.000), κατάφερε να θέσει υπό θεραπεία 32.000 εξ αυτών το 2017. Αντιθέτως, ο αριθμός των θεραπευόμενων ασθενών με Ηπατίτιδα C στη Γερμανία έχει παρουσιάσει σταδιακή μείωση τη διετία 2015-17 από 21.500 σε 12.600 αφού σύμφωνα με τον ερευνητή «ο έλεγχος αποτελεί σημαντικό εμπόδιο για τη Γερμανία να πετύχει τον στόχο της εξάλειψης της Ηπατίτιδας C».

Άλλες χώρες που κάνουν μεν πρόοδο αλλά απέχουν από τον στόχο είναι η Ιταλία, που γνώρισε μια από τις μεγαλύτερες επιδημίες στη Δυτική Ευρώπη με 794.000 περιπτώσεις και κατάφερε να θέσει υπό θεραπεία μόλις το 4% το 2017. Επίσης η Σουηδία που αν και διαθέτει ισχυρό εθνικό σύστημα υγείας, συνεχίζει να θέτει περιορισμούς στη θεραπεία της Ηπατίτιδας C ρίχνοντας το βάρος αυστηρά στα άτομα με προηγμένου σταδίου νόσο. Η Αυστρία, η Πολωνία, η Εσθονία, η Λετονία και η Πορτογαλία είναι επίσης μεταξύ των χωρών που σημειώνουν μικρή πρόοδο.

-Τι κάνει η Ελλάδα για την εξάλειψη της Ηπατίτιδας C

Καθώς ο Δρ Ραζαβι κατά την παρουσίαση της μελέτης του δεν έκανε αναφορά στην Ελλάδα, το in.gr απευθύνθηκε στον Σύλλογο Ασθενών Ήπατος Ελλάδος «Προμηθέας» για να μάθει τι κάνει η χώρα μας ως προς την επίτευξη του στόχου που έχει θέσει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας.

Αξίζει να σημειωθεί ότι στην Ελλάδα από το 2015 έχει δημιουργηθεί Μητρώο Ασθενών υπό θεραπεία για την Ηπατίτιδα C, αλλά όπως σημειώνει η Κατερίνα Ματσιούλα, υπεύθυνη επικοινωνίας του Συλλόγου «δυστυχώς δεν υπάρχουν διαθέσιμα επίσημα στοιχεία του registry από την έναρξη της λειτουργίας του (2015) μέχρι και σήμερα» για το πόσοι ασθενείς με ηπατίτιδα C είναι εγγεγραμμένοι στο θεραπευτικό μητρώο και πόσοι έχουν πάρει θεραπεία.

Πάντως, από τον Ιούλιο του 2017, διευρύνθηκαν σημαντικά τα κριτήρια πρόσβασης στις νέες θεραπείες για την Ηπατίτιδα C στην Ελλάδα, χωρίς όμως να έχει δημοσιευθεί έκθεση από τον ΕΟΠΥΥ, σχετικά με τον αριθμό των εγγεγραμμένων ασθενών.

«Ο αριθμός αυτός θα μας έδινε απάντηση και στο ερώτημα ως προς τον αριθμό των ασθενών που έχουν πάρει θεραπεία. Σε αδρά μεγέθη υπολογίζεται ότι ο αριθμός αυτός ανέρχεται στους 2.700 ασθενείς», εκτιμά η κ. Ματσιούλα.

Στο ερώτημα λοιπόν «πόσο κοντά είμαστε στην εξάλειψη της ηπατίτιδας C μέχρι το 2030 και τι είναι αυτό που μας κρατάει πίσω, ως χώρα;», ο «Προμηθέας» υποστηρίζει ότι είναι εφικτή η εξάλειψη της ηπατίτιδας C μέχρι το 2030, εφόσον τηρηθούν σαφώς ορισμένες πολιτικές και δράσεις. Οι ενέργειες αυτές, αναλύονται στο Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την αντιμετώπιση της νόσου και υπάγονται σε τέσσερις άξονες: πρόληψη και ευαισθητοποίηση του γενικού και ειδικών πληθυσμών, εφαρμογή προγραμμάτων προσυμπτωματικού ελέγχου, διάγνωση και θεραπεία και παρακολούθηση-αποκατάσταση και χρόνια φροντίδα της νόσου.

«Παρόλα αυτά τη δεδομένη χρονική στιγμή, η Ελλάδα απέχει κατά πολύ από το στόχο», εξηγεί η Κατερίνα Ματσιούλα και αποδίδει το γεγονός στην απουσία μέχρι στιγμής, εκστρατείας ενημέρωσης και πρόληψης για τη νόσο στο γενικό πληθυσμό αλλά και σε ειδικούς πληθυσμούς, με ιδιαίτερη έμφαση στους ανθρώπους που έχουν ιστορικό χρήσης ενδοφλέβιων ψυχοδραστικών ουσιών (ΧΕΝ), μία ομάδα υψηλού κινδύνου με αυξημένο επιπολασμό (7 στους 10).

Επίσης σύμφωνα με τον «Προμηθέα», η εξέταση αντισωμάτων στον γενικό προληπτικό έλεγχο των πολιτών δεν υφίσταται παρόλο που θα ήταν καθοριστικός παράγοντας καταπολέμησης της υποδιάγνωσης. Σημειώνεται ότι το 80% των ασθενών με χρόνια ηπατίτιδα C δεν γνωρίζει ότι νοσεί, εξ’ αιτίας του ασυμπτωματικού χαρακτήρα της ασθένειας. Ως αποτέλεσμα, ενδέχεται να γίνεται μετάδοση της νόσου εν αγνοία του ασθενούς.

Σχετικά με τους διαγνωσμένους ασθενείς, η πρόσβαση στις νέες θεραπείες για την ίαση της ηπατίτιδας C παραμένει υπό καθεστώς κριτηρίων, ενώ παράλληλα δεν καλύπτονται από τα ασφαλιστικά ταμεία σημαντικές διαγνωστικές εξετάσεις (γονότυπου και ελαστογραφίας του ήπατος).

Τέλος, δεν έχουν γίνει στοχευμένες παρεμβάσεις ολοκληρωμένων υπηρεσιών σε ειδικούς πληθυσμούς (ΧΕΝ, έγκλειστοι σε σωφρονιστικά καταστήματα), βασισμένες στις ανάγκες τους ώστε να υπερκαλύπτονται εμπόδια πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας.

Πάντως, αισιόδοξο μήνυμα αποτελεί η πρόσφατη σύσταση επιτροπής υλοποίησης και παρακολούθησης του Εθνικού Σχεδίου Δράσης με τη συμμετοχή του Συλλόγου Ασθενών Ήπατος Ελλάδος.

www.in.gr