Η τετραετής μελέτη παρακολούθησε τα συμπτώματα ψυχικών διαταραχών σε περίπου 222.000 φαινομενικά υγιείς άνδρες και γυναίκες, ηλικίας 45 ετών και άνω, που δεν είχαν ιστορικό καρδιακής νόσου.
«Η μελέτη μας ενισχύει τις αυξανόμενες ενδείξεις για τη σχέση της κατάθλιψης και του άγχους με τον αυξημένο κίνδυνο καρδιακής προσβολής και εγκεφαλικού επεισοδίου, και υποδεικνύει ότι η σύνδεση δεν εξηγείται μόνο από παράγοντες όπως ο τρόπος ζωής και η παρουσία άλλων ασθενειών» αναφέρει η επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης Caroline Jackson.
Η Jackson και οι συνεργάτες της διαπίστωσαν ότι ακόμη και όταν λαμβάνονταν υπ’ όψιν παράγοντες, όπως το κάπνισμα, η κατανάλωση αλκοόλ και οι διατροφικές συνήθειες, ο κίνδυνος ήταν αυξημένος κατά 18% στις γυναίκες και 30% στους άνδρες που αντιμετωπίζουν υψηλό ή πολύ υψηλό βαθμό στρες.
Ο κίνδυνος ήταν ελαφρώς μικρότερος μόνο για τους άνδρες άνω των 80.

Επιπλέον, ο κίνδυνος εγκεφαλικού αυξήθηκε κατά 44% για τις γυναίκες με πολύ υψηλό βαθμό στρες και κατά 24% στους άνδρες με υψηλό βαθμό στρες, ανέφεραν οι ερευνητές.

«Οι διαφορές στα φύλα ήταν ενδιαφέρουσες» παρατήρησε η Jackson.
«Η ισχυρότερη συσχέτιση μεταξύ του ψυχολογικού στρες και της καρδιακής προσβολής στους άνδρες πιθανώς εξηγείται από το γεγονός ότι οι γυναίκες αναζητούν ιατρική φροντίδα για προβλήματα ψυχικής και σωματικής υγείας, με αποτέλεσμα να αποτρέπονται εν μέρει οι πιθανές σωματικές επιπτώσεις των προβλημάτων ψυχικής υγείας».
Είναι επίσης πιθανό να οφείλεται στην καρδιοπροστατευτική δράση των γυναικείων ορμονών.
«Ανακαλύψαμε ωστόσο ισχυρή συσχέτιση του στρες και του εγκεφαλικού στις γυναίκες, που πιθανώς σχετίζεται με την ύπαρξη διαφορετικών μηχανισμών μεταξύ του στρες και των διαφορετικών τύπων καρδιαγγειακών παθήσεων στις γυναίκες» πρόσθεσε.
Οι συμμετέχοντες που εγγράφηκαν στην αυστραλιανή μελέτη «New South Wales 45 and Up» μεταξύ 2006 και 2009, απάντησαν σε σειρά ερωτήσεων για τον βαθμό κατάθλιψης, απελπισίας, χαράς, κούρασης, ανησυχίας ή λύπης.
Οι απαντήσεις τους χρησιμοποιήθηκαν για να εκτιμηθούν τα επίπεδα στρες, τα οποία χαρακτηρίστηκαν ως χαμηλά, μέτρια, υψηλά ή πολύ υψηλά, σύμφωνα με μια στάνταρ κλίμακα κινδύνου που χρησιμοποιούν οι επαγγελματίες υγείας.
Λίγο πάνω από το 16% των συμμετεχόντων βρέθηκαν να έχουν μέτριου βαθμού στρες, ενώ μόλις πάνω από 7% ήταν στον υψηλό ή πολύ υψηλό βαθμό.
Τα ευρήματα αυτά διασταυρώθηκαν στη συνέχεια με τις περίπου 4.600 καρδιακές προσβολές και τα 2.400 εγκεφαλικά επεισόδια που έλαβαν χώρα στη διάρκεια διεξαγωγής της μελέτης.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι όσο αυξανόταν ο βαθμός στρες, τόσο αυξανόταν ο κίνδυνος για καρδιακή προσβολή και εγκεφαλικό επεισόδιο.
Τα ευρήματα της μελέτης δημοσιεύονται στο επιστημονικό έντυπο Circulation: Cardiovascular Quality and Results.

 

 

 

Πηγή: www.onmed.gr